Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

Ενα ανέκδοτο κείμενο της δασκάλας Ανθής Κανάρη που μας εστάλη

απο τον Καθ. Παν. Πειραιώς κύριο Χρήστο Δουληγέρη τον οποίο καιευχαριστούμε πολύ.



Ὅλες οἱ μητέρες τοῦ χωριοῦ πού εἶχαν παιδιά στό σχολεῖο μέ ἀγάπησαν. Αὐτό τό ἀντιλαμβανόμουν ἀπό τόν τρόπο πού μέ χαιρετοῦσαν, ἀπό τόν τρόπο πού λέγαμε τήν καλημέρα καί τίς εὐχές μας στό σχόλασμα τῆς Ἐκκλησίας καί ἀπό τόν τρόπο πού μέ προσκαλοῦσαν στά σπίτια τους. Μέ συγκίνηση θά θυμᾶμαι τήν Μορφούλα Κατσανοῦ, τή Ζωή Ἠλία Ρωμάντζα, τή Γιούλα Καρατζᾶ-Πιτσούνη, τήν Τασούλα Λιάρου-Ρέπα. Μαζί τους στή ὕπαιθρο, στήν ἐθνική μας ὕπαιθρο μαζί μέ τ’ ἀγριο-λούλουδα καί τά πετεινά τοῦ οὐρανοῦ. Μαζί μέ τήν κυρα Κωνσταντίνα Περδίκη, τήν κυρά Βασίλω Μαστραγγελῆ, τήν Χρόνη Σωτηρία (Κουτσογιώργαινα) τήν κουμπά-ρα μου Κων/να Γιαλοῦ, πού βάφτισα τό Βασιλάκη, τήν πρεσβυτέρα τοῦ παπα-Χαράλαμπου Μπασούκου, τήν Ταβαγγέλαινα, τήν Τσουνή (Μπελέκη), τήν Τσιριμώκου Κατερίνα, τήν κυρά Σταυρούλα Ἰ. Ἠλία, τήν Μαρία Μιχελή-Σούτσου, τήν Κατερίνα Κ. Μιχελή (Χαρτζέλαινα), τήν Ἑλένη Μιχελή, μητέρα τῆς Γιαννούλας παπαπέτρου Ἀντωνίου, τίς Κατερίνα καί Τασία Καρατζᾶ, τήν Στρωπω-νιάτισσα τήν Πανώργια καί τήν Καραντάκη, τήν Βοργιά Σούτου τήν Ἑλένη Γαρεφάλλου καί τήν ἀγαπημένη κυρά Παγώνα Ν. Βοργιά.
Περισσότερο ἀπό ὅλες μέ ἀγάπησε ἡ κυρά Παγώνα. Μέ φιλοξένησε πολλά χρόνια στό σπίτι της καί μέ φρόντιζε πάντα μέ ἀληθινή ἀγάπη καί στοργή - ὅταν μοῦ πρόσ-φερε τήν ἀχνιστή φασολάδα, τή μυρωδάτη χορτόπιτα καί τά χορταστικά τηγανόψω-μα. Ἀπό μένα δέν περίμενε τίποτα, ὅμως ἦταν εὐτυχισμένη, γιατί εἶχα στό θρανίο τόν Κωστάκη της πού μάθαινε γράμματα ἀπό μένα καί πανέξυπνη ὅπως ἦταν ἔλεγε πάντα ὅτι κάνω καλό σχολεῖο καί αὐτό τό ἐκτιμοῦσε ἡ χριστιανική της καρδιά. Τό μεγάλο της παιδί ὁ Ἀντώνης μέ περνοῦσε ἀπό τό πλημμυρισμένο ποτάμι μέ τό γαϊδουράκι, γιά νά πάρω ἀπό τό διπλανό χωριό τό λεωφορεῖο τῆς συγκοινωνίας, γιά νά κατέβω στή Χαλκίδα γιά τίς διάφορες ὑποχρεώσεις μου.
Δέν θά ξεχάσω τίς μητέρες πού, ὅταν περνούσαμε ὅλα τά παιδιά τοῦ σχολείου γιά κάποιο διδακτικό περίπατο, σταματοῦσαν τό ὄργωμα, σταματοῦσαν τό θέρο καί τό ξεφύλλισμα στ’ ἀμπέλια, γιά νά μᾶς δοῦν, νά μᾶς χαροῦν καί νά μᾶς καμαρώσουν φωνάζοντας περνάει τό σχολεῖο, κάπου τά πάει ἡ δασκάλα τά παιδιά σήμερα. Ναί κάπου τά πήγαινα τά παιδιά, σ’ ἕνα ἄλλο σχολεῖο μέ διαφορετική στέγη, τό γαλάζιο θόλο τ’ οὐρανοῦ, νά νοιώσουν μέσα στή φύση τή θεϊκή δύναμη, νά δοῦν πῶς τά γερά-κια κυνηγοῦν τά μικρά πουλιά καί πῶς οἱ ἐργατικές μέλισσες μᾶς προσφέρουν τό-νους μέλι. Τά ὑπαίθρια μαθήματα τά κάναμε τακτικά, γιατί ὅλα τά παδιά μάθαιναν καλύτερα.
Ἀλήθεια πόσο θά ἤθελα νά βρισκόμουν ξανά σ’ αὐτό τό χωριό καί νά ζήσω ἀνά-μεσα σέ ἁπλούς ἀνθρώπους, σέ σεβαστούς καί σοφούς γέροντες καί σέ τίμιους καί ἀκούραστους ἀγρότες. Ἤθελα ξανά ν’ ἀκούσω τή φωνή τῆς κουκουβάγιας, τό κλά-μα τοῦ γκιώνη, ἀλλά καί τή συναυλία τοῦ γρύλλου μέ τά βατράχια στό ρέμα τοῦ Τσατσέλη.
Τώρα πληροφοροῦμαι ἀπό Ἀμφιθεάτες (Γιδιῶτες) ὅτι στό χωριό μας ἔγινε ὡραῖο πολιτιστικό κέντρο μέ πρωτοβουλία καί δωρεά ἀπό τόν κ. Ἀντώνιο Εὐαγγέλου Ἀντωνίου-Ἀρβανίτη καί περιλαμβάνει αἴθουσα διαλέξεων, αἴθουσα δεξιώσεων, Λαο-γραφικό Μουσεῖο, αἴθουσες χειροτεχνίας καί ἄλλα. Ἐπίσης ἀνακατασκευάσθηκε ὁ ἱερός ναός τῆς Ἁγίας Τριάδος συνδρομή Ἀμφιθεατῶν καί ἄλλων εὐσεβῶν χριστια-νῶν.
Ὅμως τό σχολεῖο, πού ἄλλοτε ἦταν γεμάτο παιδιά, γεμάτο τραγούδια, βιβλία καί τετράδια, ἔκλεισε καί ἔγινε γιά ὅλους μας μιά μελαγχολική ἀνάμνηση. Πολλές φορές μέ κυκλώνει ὁ φόβος τοῦ θανάτου. Τότε θέλω νά βρίσκομαι σέ ἕνα μέρος πού νά μοιάζει μέ τό χωριό μας. Νά ἔχει πολλές ἐλιές, πολλές ἀμυγδαλιές ἀνθισμένες, πλαγιά μέ πολλές ἀνεμῶνες καί νά μοῦ φέρνουν τά παιδιά μυρωδᾶτες ἀγραμπελιές, μυρωδᾶτες ροδοδάφνες καί καταπληκτικά μανιτάρια ὅπως τότε στίς ἐκδρομές καί, ἀφοῦ προσκυνήσουμε τούς ἁγίους στά ξωκκλήσια, νά ἐπιστρέψωμε εὐτυχισμένοι στό σπίτι μας.